Κάπου υπάρχει ένα νησί...

Κάπου υπάρχει ένα νησί...
Κάπου υπάρχει ένα νησί....

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2010

Τα φωτεινά παράθυρα με τα σβηστά φώτα των ανθρώπων


Γράφει η Άρτεμις
Ξημέρωσε επιτέλους αυτή η δύσκολη νύχτα, αυτή η νύχτα που την στριφογύριζε η νοτιά και την πέταγε εδώ κι εκεί για να μην ξεχάσει, να θυμηθεί τον πόνο, να πονέσει ξανά για να μην ξεχάσει.
Η νύχτα της φάνηκε μικρή, σβέλτη θα ‘λεγε καλύτερα, έτρεχε πίσω από τις λέξεις για να προλάβει ν’ απλώσει, κι όσο η νοτιά της άρπουνε τα γαλαζοπά σεντόνια, η Αγγέλα έσερνε με πείσμα. Όλη τη νύχτα τα σκεφτόταν ξανά και ξανά.
Γύρω στις 4 η νοτιά σιώπησε, πνίγηκε στο πηχτό σκοτάδι της άναστρης νύχτας μαζί με τα παιδιά που τραγουδούσαν. Οι φωνές τους, κραυγές ακούγονταν τώρα στ' αυτιά της κι έγειρε το κορμί της στα μαξιλάρια του καναπέ, αποκαμωμένο από το στριφογύρισμα τ’ ανέμου.
Σφάλισε τα μάτια μουλιάζοντας στην ψυχή της, όταν μια πικρή σκέψη πως δεν θα ξημερώσει την κυρίευσε, ένα ψυχανέμισμα πως χάθηκε ο ήλιος σαν τότε που κατάκαψε τα δέντρα, την κατατρόμαξε. Οσμίστηκε τη στάχτη από την επερχόμενη φωτιά, κανένα πλάσμα δεν θα μπορέσει να ζήσει στη στάχτη, καμιά ζωή δεν ανθίζει στη στάχτη σαν δεν έρθει η μπόρα.
Πού να βρίσκονται άραγε εκείνοι που κρατούνε τις μπόρες κλειδωμένες στα σκουριασμένα σύννεφα, σε ποιους δρόμους άραγε ψάχνουνε τον παράδεισο, αφήνοντας τόσους ανίδεους να παλέψουνε με τη θύελλα της φωτιάς στην άνυδρη γη;
Η σιωπή την κατάπινε σιγά , γλυκά, μαλακά παγίδευσε τη σκέψη της στα σκοτάδια του ύπνου.
Μέχρι τώρα ήλπιζε κι αυτό έμοιαζε με κάτι στρογγυλό, με κάτι ζεστό σαν την ανάσα , με κάτι χρωματιστό, με κάτι μαλακό σαν την αγκαλιά, κι έπειτα όταν ξέσπασε ο πόλεμος όλα έμοιαζαν σταχτιά, ίσια και στεγνά.
Εύθραυστη και φοβισμένη, έτοιμη να σπάσει σε χιλιάδες κομματάκια ώσπου να διαλυθεί και να μετατραπεί σ’ αγέρα, σέρνονταν ξέπνοη ανάμεσα στα δωμάτια του σπιτιού για όλη την ημέρα.
Στο ημερολόγιο έγραφε 17 Νοεμβρίου 2010, στο μυαλό της έγραφε 17 Νοεμβρίου του πάντα.
Στο μεγάλο τοίχο του καθιστικού, κρέμονταν το κάδρο με τη ροδιά. Πολλά ρόδια ήτανε πεσμένα κι ανοιγμένα στη ρίζα του δέντρου, δείγμα ευτυχίας, ευημερίας και μακροζωίας είχε πει η ζωγράφος που το ζωγράφισε. Η Αγγέλα την πίστεψε κι αγόρασε τον πίνακα, έπειτα τον κοίταγε συχνά για να γιομίζει το είναι της χρώματα και μυρωδιές του φθινοπώρου που αγαπούσε.
Τούτο το τελευταίο καλοκαίρι το κοίταγε περιμένοντας όσα είπε η ζωγράφος, μα σαν δεν φάνηκαν ακόμα, ούτε από μακριά, έπιασε να ζωγραφίζει και κείνη για γούρι έλεγε στην αρχή κι ύστερα για να καλμάρει το νου της. Σφάδαζε εκείνος, οι ζωγραφιές δεν έφταναν για να καλμάρει, οι σκέψεις πίεζαν να μιλήσουν, να επικοινωνήσουν με άλλους, να μοιραστούν μπας και βρεθεί δρόμος ανοιχτός να διαβούν.
Έπιασε να γράφει στίχους η Αγγέλλα για να σταματήσει πια να ζει στη σιωπή, κι ας μην είναι ποιητής. Μόνο να μιλήσει θέλει.  

«Ανακαλύψαμε ξανά τις ίδιες λέξεις
σάμπως να ’τανε ολοκαίνουριες στο τώρα
γραμμένες από χρόνια στους μυστικούς κώδικες της ύπαρξης μας
γραμμένες από χρόνια στους τοίχους και στους δρόμους των αγώνων
εκείνες τις αυτονόητες
για τις οποίες πασχίσαμε να μάθουμε τη γραφή τους
εμείς τα παιδιά των ηρώων.

Πεινώ η πρώτη λέξη σε όλους τους χρόνους,
του παρόντος, του παρελθόντος, του μέλλοντος
πεινούσα και θα πεινώ
-τη θαρρούσαμε χαμένη-
θαμμένη από καιρό στον κάδο των σκουπιδιών μας
αποζητά να χορτάσω τη σάρκα πρώτα
κι εν συνεχεία το νου και την ψυχή μου

Διψώ η δεύτερη λέξη
πάντα διψούσα και θα διψώ,
για την αγάπη και για τον έρωτα
να πίνω δροσερό νερό της άνοιξης
σταγόνα σταγόνα
στις αστείρευτες πηγές της ζωής
και πάλι να διψώ

Πονώ η τρίτη λέξη ακόλουθη των άλλων
πονούσα και θα πονώ
για κάθε πείνα που δεν χόρτασε
για κάθε δίψα που στέρεψε την πηγή.

Κι ύστερα η τέταρτη ήρθε μόνη της και μας βρήκε
Αναμονή, λέξη σταθερή
συντροφιά που κάνει τη νύχτα υποφερτή
ενώ ψάχνομε ν’ ανακαλύψομε τις αρμονίες του κόσμου
ξανά και ξανά
να εφεύρουμε ένα νέο Θεό για να μας ελευθερώσει.

Εμείς τα παιδιά των ηρώων είμαστε γενιά σε αναμονή»


Δεν έφτασαν και συνέχισε να γράφει κι άλλους στίχους, οι λέξεις κατρακυλούσαν, τα γράμματα με τα χρόνια απόχτησαν αιχμηρές γωνίες, απότομες στροφές, σαν να κουτρουβαλούσανε τα βράχια αγκομαχώντας ώσπου να φτάσουνε στην άπλα του γιαλού.

«Ότι έμεινε απ’ το χθεσινό φαΐ
τους έπεσε λίγο ˙
αποφάγια των άλλων  είπανε
και χτύπησαν την πόρτα πίσω τους
με οργή.»

Οι λέξεις μίκραιναν  μπρος τα πάθη των ανθρώπων, δεν ήτανε πονετικές, ζητούσαν και ζητούσαν, απαιτούσαν κάτι να γενεί ……….

«Αξόδευτες οι πέτρες
στην πολιτεία των γνωστικών
χαζεύουν
τα φωτεινά παράθυρα
με τα σβηστά φώτα
των ανθρώπων.»

Σημ. Ευχαριστώ από καρδιάς τη φίλη Άρτεμη για το υπέροχο κείμενο κι όσο μπορώ να προβλέψω, αύριο, οι πέτρες θα πάψουν να περιμένουν αξόδευτες και άχρηστες στην πολιτεία των  γνωστικών.
"Αύριο τα λουλούδια θα γίνουν ξίφη..." 
Αύριο...

1 σχόλιο: