Κάπου υπάρχει ένα νησί...

Κάπου υπάρχει ένα νησί...
Κάπου υπάρχει ένα νησί....

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Τούτη η γη τους είναι ξένη. Αυτοί δεν αγάπησαν τη μυρωδιά της ρίγανης, μόνο τη μυρωδιά των χρημάτων αγάπησαν.


Δεν πωλείται, δεν υποθηκεύεται
ένα κείμενο για την Ελλάδα από τη Δέσποινα Μουζουράκη
Με τον κίνδυνο να χαρακτηριστώ ρομαντική¸ γραφική, αναρχοκουμούνι, ακροδεξιά, και δεν μπορώ να σκεφτώ τι άλλο, και παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα στις πλατείες, στη βουλή αλλά και όσα άλλα συμβαίνουνε γύρω μου και κυρίως αφουγκραζόμενη όσα λέγονται, πιάνω να γράψω αυτό το κείμενο.

Πρώτα λοιπόν να εξηγήσω πως το μόνο που πραγματικά είμαι ή αν θέλετε το πρώτο και κυριότερο, είμαι μάνα. Βλέπω τον κόσμο μονάχα με αυτά τα μάτια και με καμιά άλλη ιδιότητα. Απορώ για όσα απορεί το παιδί μου, ζητώ όσα ζητά, ονειρεύομαι όσα ονειρεύεται κι ελπίζω ότι ελπίζει. Το όνειρο και η ελπίδα σήμερα βέβαια μου πέφτουνε βαριά αλλά δεν έχω το δικαίωμα να παραιτηθώ από αυτά γιατί είμαι μάνα.
Ψαχουλεύω την ψυχή μου για να μπορώ να συνεχίσω και μοιράζομαι μαζί σας όσα είναι δυνατόν να μεταφερθούνε στην οθόνη του υπολογιστή.
Όταν ήμουνα στην ηλικία του γιου μου αγάπησα τη Φολέγανδρο. Στο μάθημα της Γεωγραφίας ο δάσκαλος μας μίλησε για ένα νησί δίχως αυτοκίνητα, ήθελα να πάω να το γνωρίσω από κοντά. Επίσης αγάπησα τις Πρέσπες, δυο λίμνες στην πινέζα του χάρτη, να δω τα συνορα τριών χωρών, αγάπησα τη Σαντορίνη με το φοβερό ηφαίστειο, το φανταζόμουν να καπνίζει και να ξερνά λάβα, αγάπησα τα φυστικόδεντρα στη Θεσσαλία, τα αθέριστα στάχυα, ήθελα να γνωρίσω ένα χρυσαφένιο κάμπο, αγάπησα τα έλατα, δεν είχα δει ποτέ ένα τέτοιο δέντρο, αγάπησα τον Άχέροντα, έφτιαζα εικόνες με νεκρούς που πάνε στον Άδη, αγάπησα τους Δελφούς, πώς να είναι άραγε ο ομφαλός της γης αναρωτιόμουν. 
Μέχρι να τελειώσει το βιβλίο της Γεωγραφίας της Ε΄ Δημοτικού έκανα ταξίδια με το μυαλό μου και τότε μόνο κατάλαβα πως Ελλάδα δεν είναι μόνο το χωριό μου.
Επίσης η μαμά μου έλεγε πως Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα, κι αυτό γιατί όταν με έβαζε να καθαρίσω το σπίτι, εγώ καθάριζα τη σαλοτραπεζαρία κι όλα ήταν εντάξει.
Επειδή όμως από τότε που θυμάμαι ζούσα σε μια οικονομική κρίση, ούτε οι γονείς μου αλλά ούτε και οι γονείς των άλλων παιδιών είχαν τη δυνατότητα να μας πάνε ταξίδια και να γνωρίσουμε  τους τόπους που μάθαμε στη Γεωγραφία.
Το πρώτο μας ταξίδι ήτανε στην Γ΄ Λυκείου. Από τον Πειραιά πήγαμε Κόρινθο, Ρίο, Αντίρρηο με το καραβάκι κι ανεβήκαμε Ηγουμενίτσα. Πρώτος σταθμός η Αμφιλοχία, μια πόλη χτισμένη αμφιθεατρικά καθρεπτίζονταν στα νερά του Αμβρακικού, μου ερχόταν στο μυαλό ο στίχος  «…πού καταντήσαμε λοχία..»
Ύστερα η Πάργα, ένας ονειρεμένος τόπος, θυμάμαι ένα νησάκι στον μικρό κόλπο, πρασινωπά νερά από τα δέντρα κι ένα περίπτερο στην πλατεία με σκεπή πέτρινη. Βραδάκι φτάσαμε Ηγουμενίτσα κι από εκεί με το καραβάκι Κέρκυρα. Μέχρι τότε ο ομορφότερος τόπος για μένα ήτανε τα Χανιά, τα είχαν όλα, θάλασσα, βουνό, κάμπο, ελιές, πορτοκαλιές, αλλά και στην Κέρκυρα υπήρχαν ελιές, κάποιος με ξεγέλασε λοιπόν. Περνούσαμε μέσα από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα για να πάμε από τον ένα δρόμο στον άλλο, είδαμε το άγαλμα του Αχιλλέα με την τραυματισμένη φτέρνα, βγάλαμε φωτογραφίες στο Κανόνι, είδαμε το Ποντικονήσι, αχ αξέχαστη Βλαχοπούλου, είδα ότι είχα δει στις ταινίες της.
Σε τρεις  ημέρες επιστροφή στην Ηγουμενίτσα κι από εκεί Γιάννενα, Μέτσοβο, Καλαμπάκα, Μετέωρα, Βόλος, Πήλιο. Από το Βόλο φύγαμε καρφί για Πειραιά ένα πρωί που έβρεχε καταρρακτωδώς.  Τον Πηνειό βρε παιδιά, έλεγα δεν τον ευχαριστήθηκα, τι θάρρουνα θα πείτε πως ήτανε μπουκαλάκι με νερό για να το πιω;
Της Λαρίσης το ποτάμι που το λένε Πηνειό…δεν χορεύαμε στο λεωφορείο.
Ούτε στα Τέμπη κατεβήκαμε, βροχή σας λέω με το τουλούμι. Μας έδειξαν την λίμνη Υλίκη απ’ όπου  παίρνει νερό η Αθήνα κι από εκεί ντουγρού στον Πειραιά.
Αυτή ήταν η αρχή των ταξιδιών μου κι από τότε ψάχνω πάντα μια ευκαιρία για ένα ταξίδι. Στην πραγματικότητα είναι περιηγήσεις σε μια χώρα που ονειρεύτηκα από την Ε΄ Δημοτικού. Να τη γευτώ, να τη χωρέσω μέσα μου αν γίνεται, να την κρατήσω ασφαλή στην καρδιά μου, μια που από εκεί κανείς δεν μπορεί να μου την πάρει. Και τι φταίει άραγε αυτή αν είναι ζηλευτής ομορφιάς και πάντα κάποιος την λιμπίζεται; και τι φταίει αυτή αν είναι μια ζεστή αγκαλιά που πολλοί θέλουνε να τη γευτούν; και τι φταίει αυτή αν  στην ιστορία της κατά καιρούς βρέθηκαν ανάξιοι ηγέτες να την διαφεντέψουν.
Χιλιάρικο το χιλιάρικο, από τότε που ήμουνα φοιτήτρια, μάζευα ένα πενιχρό κομπόδεμα για να μπορώ να την ανταμώνω και να γεύομαι τις ομορφιές της. Παπούτσια και ρούχα αγόραζα μόνο στις εκπτώσεις κάθε δύο χρόνια και οι έξοδοι σε ταβέρνες και νυχτερινά μαγαζιά λιγοστές.
Έτσι κατάφερα να γνωρίσω τη Φολέγανδρο κι έφαγα το ωραιότερο λαδοτύρι στο πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα στην Άνω Χώρα, επίσης άνυδρα φασολάκια και κατσικίσιο τυρί. Γνώρισα και τη Σίφνο στον Αρτεμώνα στο Σταυρί στα Ξάμπελα στο Κάστρο, τη Σέριφο, την Πάρο, στην Αντίπαρο πέταξα τα σχοινένια μου παπούτσια, τα είχα καταστρέψει στο σπήλαιο. Γύρισα την Ερμούπολη σε μια βραδιά, 1-6 τα ξημερώματα, περιμένοντας το καράβι για Πάρο.
Στην Αγιάσο της Μυτηλήνης στραμπούλιξα το πόδι μου στα πέτρινα δρομάκια κι έφαγα γλυκό καρυδάκι για να γιατρευτώ. Στη Ρόδο ένα Φλεβάρη αντάμωσα την άνοιξη ψάχνοντας ένα θαύμα.
Κολύμπησα στη Ζάκυνθο στην παραλία με τις χελώνες, ανέβηκα στο λόφο του Στρέφη με τα πόδια κι αν δεν ήμουν από τα Χανιά θα ήθελα να ζούσα εκεί.
Και στο Ναύπλιο θα ήθελα να ζούσα, την αγάπησα αυτή την μικρή πόλη κι ας μ’ έπιασε ψιλοβρόχι τον Ιούνη. Ντράπηκα μπροστά στο μπουντρούμι που φυλάκισαν τον Κολοκοτρώνη, κι ακόμα περισσότερο μπροστά στην εκκλησιά που σκότωσαν τον Καποδίστρια.
Αγάπησα πολλές φορές, ντράπηκα και στεναχωρήθηκα άλλες τόσες, όμως δεν πρόδωσα ποτέ και συνέχισα τα ταξίδια μου στην Ελλάδα. Πάντα σε οικονομική κρίση, πάντα να πληρώνω περισσότερα απ’ ότι αυτός που πήγαινε Ρώμη, Λονδίνο, Παρίσι κλπ. αλλά κι από αυτόν που ερχόταν από το εξωτερικό για να γνωρίσει την Ελλάδα. Το νερό ακριβότερο, ο καφές ακριβότερος, τα εισιτήρια ακριβότερα,  τα δωμάτια στα καταλύματα ακριβότερα. Κατάπινα την πίκρα που με λέγανε κορόιδο και συνέχιζα.
Επίδαυρο, Μονεμβασιά μια νύχτα με πανσέληνο, Μιστρά, Πύλο(το μουσείο ήτανε κλειστό), Γύθειο, Αρεόπολη, αγόρασα ντόπιο μέλι, προζυμένιο ψωμί και δυο ζευγάρια σχοινένια παπούτσια. Το Λιμένι έγινε το λιμάνι μου, το ορμητήριο μου για να γνωρίσω τη Μάνη. Κολύμπι από τα βράχια στη βαθιά καταγάλανη θάλασσα του Ιονίου ώσπου να πνιγεί αργά ο ήλιος του Ιούνη μακριά στην Ιταλία. Με τη δύση μύριζε η γης από τους θάμνους στο πέτρινο χώμα. Πέτρα, βράχια και θάλασσα, έμαθα να ταιριάζω στα ρούχα μου το γαλανό με το καφέ, για τη μυρωδιά της γης δεν βρήκα χρώμα αλλά ούτε την αντάμωσα αλλού.
Τώρα που τα ξανασκέφτομαι πρέπει να ομολογήσω πως ο Ιούνιος είναι ο καλύτερος μήνας για καλοκαιρινές περιηγήσεις, μεγαλύτερες οι μέρες, ήπια η ζέστη, λιγότερος κόσμος και πολύ φθηνότερα από τον Αύγουστο. Για να πω την αλήθεια αυτό το τελευταίο ήταν το σημαντικότερο.
Και μια ακόμη αλήθεια είναι πως η Πελοπόννησος είναι η αγαπημένη μου. Ορεινή Αρκαδία τον Οκτώβρη, Δημητσάνα περιήγηση με τα πόδια, φασολάδα με λαχανοσαλάτα στο μαγέρικο το μεσημέρι και το βράδυ τον ύπνο σου συντροφεύει ο ήχος των νερών του Λούσιου ποταμού.  Το κρυφό σχολειό ήταν όντως κρυφό, αφού μέχρι να το βρω κοπάνισα τα ποδάρια μου, επισκέφτηκα δυο μοναστήρια κι έφαγα γλυκό του κουταλιού στη Μονή Αιμυαλών.
Μπροστά στο ναό του Επικούρειου Απόλλωνα στη Φιγαλία του νομού Ηλείας, ξεχνάς τα ελατοδάση της Βυτίνας που σε μάγεψαν, τη Στεμνίτσα, την Καρίταινα την Ανδρίτσαινα, και φυσικά δεν περιμένεις αυτό που θα συναντήσεις φτάνοντας στη λίμνη του Καϊάφα. Από τη μια πλευρά η λίμνη κι από την άλλη η αμμουδερή παραλία με τα πεύκα να πνίγονται στη θάλασσα.
Χιλιόμετρα γαλανό νερό δεν κατάφερε να σβήσει τη φωτιά που κατάκαψε τα δάση που συνάντησες κι έφτασε ως την Αρχαία Ολυμπία για να μετατρέψει τις αναμνήσεις σου σε εφιάλτες και να αποδείξει για μια ακόμα φορά την απρονοησία και την ανικανότητα της εκάστοτε κυβέρνησης.
Άλλωστε κανένας δεν κατάφερε να σε κάνει να τον θυμάσαι για το έργο του, γιατί να απορείς; κανείς δεν σε έπεισε πως αγάπησε την πατρίδα του όσο το κατάφερε ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος αναφέροντας, σε κάθε ευκαιρία, το χωριό του το Διακοφτό.
Από το Διακοφτό το τρενάκι σε πάει στα Καλάβρυτα περνώντας μέσα από την πνιγμένη στο πράσινο Ζαχλορού, είχα την αίσθηση πως ζούσα σε παραμύθι ώσπου βρέθηκα μπροστά στους τάφους των νεκρών.
Πάλι οι αναμνήσεις σου προκαλούνε οργή σκύβοντας να αποτίσεις φόρο τιμής στους νεκρούς. Ποτέ πια φασισμός, ποτέ πια πόλεμοι, αναλογίζεσαι τη θηριωδία, την οδύνη, το σπαραγμό και αγανακτείς και θέλεις να φωνάξεις και ποιος θα σε ακούσει. Πάλι αισθάνεσαι πως ζεις ένα πόλεμο, αλλά τούτη τη φορά οι εχθροί είναι αυτοί που νόμιζες δικοί σου, τα όπλα τους τα βγάζουν ένα ένα από τα συρτάρια πριν προλάβεις να τους αναγνωρίσεις για εχθρούς. Εκείνοι τεμαχίζουνε αλύπητα τα καλοκαίρια σου και σε αποκλείουν από τη ζωή ενώ εσύ προσμένεις την άνοιξη.
Ακόμα κι αν θα έρχονταν μια χιονισμένη άνοιξη όπως αυτή που ανακάλυψα επιτέλους τον ομφαλό της γης στους Δελφούς και η Πυθία στο μαντείο μου μάντεψε δύσκολους καιρούς, θα ήταν προτιμότερη.
Ήτανε μια άνοιξη χιονισμένη που αποκλείστηκα πολλές φορές ταξιδεύοντας στα ορεινά της Ελλάδας.
Αγάπησα την ορεινή Ναυπακτία, το χιονισμένο Παρνασσό, στη Φραγκίσκα ήπια νερό από την πηγή, στη Γρανίτσα βρήκα ένα ξενοδοχείο με ζωγραφισμένους τοίχους σπιτική τυρόπιτα για το δρόμο της επιστροφής και ρίγανη δώρο για να τους θυμάμαι.
Πέρασα το γιοφύρι της Άρτας, πήγα και ξαναπήγα στα χωριά κοντά στο Καρπενήσι, Μεγάλο και Μικρό Χωριό, Κορισχάδες,  Προυσσό, ώσπου έκανα τάμα στην Παναγιά την Προυσιώτισσα να ξαναπάω.
Έφτασα ως τα Ζαγοροχώρια κι αφού βρήκα την κοίτη του ποταμού Βοϊδομάτη, προσπέρασα μια αγελάδα που μου έκλεινε το δρόμο, γεύτηκα νόστιμες πίτες στην Αρίστη. Στις Πρέσπες δεν βρήκα τα σύνορα των τριών χωρών, αλλά συνάντησα το Βασίλη  στο κοντινό χωριό Ανταρκτικό που έβαλε αλυσίδες στο αυτοκίνητο για να φτάσω ως τη Φλώρινα.
Είδα λίμνες χιονισμένες, φουσκωμένους ποταμούς, κομμένα ξύλα από ξυλοκόπους στις άκρες των αγροτικών δρόμων, σπήλαια, γιοφύρια, τείχη, πεζούλες, κάστρα, εκκλησιές χιλιόχρονων θεών, θέατρα και μουσεία
Είδα χωριά ρημαγμένα,, θύματα της αστικοποίησης, χωριά σιωπηλά να προσμένουν ένα καλοκαίρι, τόπους αγριεμένους από τη μοναξιά τους. Επίσης είδα τον πλούτο, την αλαζονεία, την φτώχια, την ανεργία και την προσπάθεια των ανθρώπων. Ανθρώπους ηλιοφαγωμένους , Έλληνες και μετανάστες, να πασχίζουνε για το καλύτερο αύριο των ίδιων και των παιδιών τους.
Στις αποσκευές του γυρισμού κουβαλούσα κρασιά από τον κάθε τόπο, τσίπουρο, χυλοπίτες, τραχανά, τυριά και γλυκά του κουταλιού. Επιπλέον κουβαλούσα τις ντοπιολαλιές, τις μαγειρικές, τις μουσικές, τα τραγούδια, τις σκέψεις και τα όνειρα των ανθρώπων.
Ένας καφές στο καφενείο με τους ντόπιους ήταν αρκετός για προμηθευτώ όλα αυτά,  κι ένα ματσάκι ρίγανη μια που φυτρώνει παντού στην Ελλάδα, μόνο που σε κάθε τόπο μυρίζει διαφορετικά.
Αυτή την πατρίδα  καταλαβαίνω γιατί τη λιμπίζονται η Τρόικα και το ΔΝΤ, δεν καταλαβαίνω όμως ποιος τρελός Έλληνας θα υπέγραφε να πουληθεί ή να υποθηκευτεί.
Ποιος άνθρωπος που έχει σκάψει έστω και μια φορά το χώμα της, που φύτεψε ένα κηπάκι κι είδε να καρπίζει για να ταΐσει τα παιδιά του, που μάζεψε ένα κλωναράκι ρίγανη, θα έβαζε υπογραφή για να πουληθεί.
Αυτοί που δεν ένιωσαν τον πόνο της γης  πώς θαρρούνε πως έχουνε το δικαίωμα να στερήσουνε από τα παιδιά μας τα όνειρα τους;

ΥΓ. Ας με συγχωρήσουν οι φίλοι από τη Θράκη που δεν αναφέρω τον τόπο τους, αλλά δεν έχω πάει ποτέ και ονειρευόμουν ότι θα ήταν το επόμενο μεγάλο μου ταξίδι. Δυστυχώς όμως δεν νομίζω ότι θα τα καταφέρω με τις υπάρχουσες οικονομικές συνθήκες, αλλά ούτε η Εργατική Εστία μου παρέχει εισιτήρια κοινωνικού τουρισμού γιατί σαν άτομο Αμεα έχω οικογενειακό εισόδημα πάνω από 17.000 ευρώ.

1 σχόλιο:

  1. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή