Κάπου υπάρχει ένα νησί...

Κάπου υπάρχει ένα νησί...
Κάπου υπάρχει ένα νησί....

Σάββατο, 5 Μαρτίου 2011

Πείνα


Τον όρο: «απεργία πείνας» τον άκουσα πρώτη φορά όταν ήμουν παιδί το 1981, με αφορμή την υπόθεση του Μπόμι Σαντς. Μου είχε φανεί φρικιαστικό το γεγονός ότι κάποιος επέλεγε αυτόν τον τρόπο αργής και οδυνηρής αυτοκτονίας, προκειμένου να γίνει δεκτό το αίτημά του. Πιο πολύ μου φαινόταν κατανοητό το μαρτύριο της πείνας κάποιου που στερείται την τροφή επειδή δεν την έχει, παρά κάποιου που επιλέγει ο ίδιος οικιοθελώς να πεινάει.
Κάθε μέρα παρακολουθούσα με αγωνία την εξέλιξη της υπόθεσής του από τις ειδήσεις ή την εφημερίδα που έφερνε ο μπαμπάς στο σπίτι.
Δεν μπορούσα να ταυτιστώ μαζί του. Μόνο στην ιδέα της πεινασμένου Μπόμπι, με έπιανε λιγούρα και έτρεχα να μασουλίσω κάτι.
Ίσως γιατί είχα νωπό ακόμα το μαρτύριο της αναγκαστικής νηστείας της Σαρακοστής που μας επέβαλε η μαμά. Η λαχτάρα για τα πασχαλινά κουλουράκια που ψήναμε τη Μεγαλοβδομάδα και δεν έπρεπε να τα αγγίξουμε μέχρι την Ανάσταση. Κι όλο το σπίτι να μοσχοβολά βανίλια και αμμωνία. Πολλές φορές δεν άντεχα και άπλωνα το χέρι. Έκλεβα απ’ το ντουλάπι κάνα απαγορευμένο κουλουράκι και κρυβόμουν να το φάω με την ησυχία μου, φορτωμένη με εκατομμύρια ενοχές για την αποτρόπαια πράξη μου.

Μετρούσα τις μέρες του εθελοντικού μαρτυρίου του Μπόμπι, μία, μία. Δε μπορεί θα δείξει ανθρωπιά η Θάτσερ, σκεφτόμουν.
Στο ημερολόγιό που κρατούσε ο Ιρλανδός αγωνιστής, πάνω σε χαρτί τουαλέτας, είχε γράψει: «Αγνοώ τη θέα της τροφής που μου βάζουν μπροστά στα μάτια μου, καθημερινά (...)Πιστεύω πως η υλική τροφή δεν είναι αρκετή για να ζήσει ο άνθρωπος για πάντα και με ξαλαφρώνει το γεγονός πως θα βρω υπέροχη τροφή εκεί πάνω, αν την αξίζω. Και μετά κολλάω στην τρομακτική ιδέα ότι εκεί πάνω δεν τρώνε ...».
Κι όταν ο Μπόμπι μετά από 66 μέρες ξεψύχησε κι όλος ο κόσμος έμεινε βουβός, έπιασα και έριξα όποιες κατάρες μπορούσε να εφεύρει το παιδικό μου μυαλό, στη Σιδηρά Κυρία. Ίσως γιατί μου ήταν ακόμα ακατανόητο πώς μπορεί ένας άνθρωπος να είναι τόσο σκατόψυχος. Η Μάργκαρετ Θάτσερ που μέχρι το τέλος τον αποκαλούσε, «καταδικασθέντα εγκληματία που επέλεξε να αφαιρέσει τη ζωή του».
Τις επόμενες μέρες βρήκα ένα ποίημα. Πρέπει να δημοσιεύθηκε στα ΝΕΑ, αυτήν την εφημερίδα έφερνε ο μπαμπάς στο σπίτι. Το έμαθα απέξω, το έγραψα στα λευκώματα, το έδινα σε φίλες. Κάποια γυναίκα το είχε γράψει, αγνοώ ποια. Στη Θάτσερ απευθυνόταν.
Όσο κι αν έψαξα να το βρω, δεν το βρήκα. Μετά τόσα χρόνια το έχω σχεδόν ξεχάσει.
Θυμάμαι μόνο πως τελείωνε:
"...κι όλοι εμείς κυρία Θάτσερ,
δεν έχουμε χέρια
να χειροκροτήσουμε
την αντρίκια στάση σας"

Τούτες τις μέρες η καρδιά μου βρίσκεται κοντά στους απεργούς πείνας που στεγάζονται στο οίκημα που κατά τραγική ειρωνεία φέρει το όνομα της γυναίκας εκείνης που κατακρεουργήθηκε εξαιτίας της μισαλλοδοξίας και του θρησκευτικού φανατισμού. Της Υπατίας.
Τι είναι πιο τραγικό τελικά, να επιλέγεις να πεινάς ή να πεινάς αναγκαστικά λόγω στέρησης; Ακόμα δε βρήκα την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα...

Νερό κι αλάτι. Το τραγούδι γράφτηκε για τους μετανάστες- απεργούς πείνας.
Το βίντεο είναι από:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου